Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Πως ο ήλιος έγινε το έμβλημα των βασιλέων της Μακεδονίας


HERODOTUS BOOK 8
137. [1] τοῦ δὲ Ἀλεξάνδρου τούτου ἕβδομος γενέτωρ Περδίκκης ἐστὶ ὁ κτησάμενος τῶν Μακεδόνων τὴν τυραννίδα τρόπῳ τοιῷδε. ἐξ Ἄργεος ἔφυγον ἐς Ἰλλυριοὺς τῶν Τημένου ἀπογόνων τρεῖς ἀδελφεοί, Γαυάνης τε καὶ Ἀέροπος καὶ Περδίκκης, ἐκ δὲ Ἰλλυριῶν ὑπερβαλόντες ἐς τὴν ἄνω Μακεδονίην ἀπίκοντο ἐς Λεβαίην πόλιν. [2] ἐνθαῦτα δὲ ἐθήτευον ἐπὶ μισθῷ παρὰ τῷ βασιλέι, ὃ μὲν ἵππους νέμων, ὁ δὲ βοῦς, ὁ δὲ νεώτατος αὐτῶν Περδίκκης τὰ λεπτὰ τῶν προβάτων. ἡ δὲ γυνὴ τοῦ βασιλέος αὐτὴ τὰ σιτία σφι ἔπεσσε· ἦσαν γὰρ τὸ πάλαι καὶ αἱ τυραννίδες τῶν ἀνθρώπων ἀσθενέες χρήμασι, οὐ μοῦνον ὁ δῆμος· [3] ὅκως δὲ ὀπτῴη, ὁ ἄρτος τοῦ παιδὸς τοῦ θητὸς Περδίκκεω διπλήσιος ἐγίνετο αὐτὸς ἑωυτοῦ. ἐπεὶ δὲ αἰεὶ τὠυτὸ τοῦτο ἐγίνετο, εἶπε πρὸς τὸν ἄνδρα τὸν ἑωυτῆς· τὸν δὲ ἀκούσαντα ἐσῆλθε αὐτίκα ὡς εἴη τέρας καὶ φέροι μέγα τι. καλέσας δὲ τοὺς θῆτας προηγόρευέ σφι ἀπαλλάσσεσθαι ἐκ γῆς τῆς ἑωυτοῦ. [4] οἳ δὲ τὸν μισθὸν ἔφασαν δίκαιοι εἶναι ἀπολαβόντες οὕτω ἐξιέναι. ἐνθαῦτα ὁ βασιλεὺς τοῦ μισθοῦ πέρι ἀκούσας, ἦν γὰρ κατὰ τὴν καπνοδόκην ἐς τὸν οἶκον ἐσέχων ὁ ἥλιος, εἶπε θεοβλαβὴς γενόμενος «μισθὸν δὲ ὑμῖν ἐγὼ ὑμέων ἄξιον τόνδε ἀποδίδωμι,» δέξας τὸν ἥλιον. [5] ὁ μὲν δὴ Γαυάνης τε καὶ ὁ Ἀέροπος οἱ πρεσβύτεροι ἕστασαν ἐκπεπληγμένοι, ὡς ἤκουσαν ταῦτα· ὁ δὲ παῖς, ἐτύγχανε γὰρ ἔχων μάχαιραν, εἴπας τάδε «δεκόμεθα ὦ βασιλεῦ τὰ διδοῖς,» περιγράφει τῇ μαχαίρῃ ἐς τὸ ἔδαφος τοῦ οἴκου τὸν ἥλιον, περιγράψας δέ, ἐς τὸν κόλπον τρὶς ἀρυσάμενος τοῦ ἡλίου, ἀπαλλάσσετο αὐτός τε καὶ οἱ μετ᾽ ἐκείνου.

8. 137.1 Αυτού του Αλέξανδρου έβδομος προπάτορας, ήταν ὁ Περδίκας, που εξέλαβε την βασιλεία των Μακεδόνων με αυτόν τον τρόπο. Από το Άργος έφυγαν προς τους Ιλλυριούς, οι απόγονοι του Τήμενου, οι τρεις αδελφοί, Γαυάνης και Αέροπος και ο Περδίκας. Αφού πέρασαν από την Ιλλυρία έφτασαν στην Άνω Μακεδονία και στην πόλη Λεβαία. 2 εκεί δούλευαν με μισθό για το βασιλιά, ο ένας βόσκοντας ίππους, ο άλλος βόδια, ο νεώτερος δε αυτών, Περδίκκας τα αδύνατα πρόβατα. Η δε γυναίκα του βασιλιά έπλαθε τους άρτους. Ήταν τότε και οι τύραννοι ασθενείς χρηματικά, όχι μόνο οι δήμοι. 3 καθώς δε, έπλαθε, ο άρτος του εργαζόμενου Περδίκα, διπλασιαζόταν από μόνος του. Επειδή δε, συνέχεια γινόταν αυτό, το είπε στον άνδρα της. Εκείνος όταν το άκουσε το θεώρησε ως οιωνό, που προμήνυε κάτι φοβερό. Καλώντας μάλιστα τους εργαζόμενους τους ζήτησε να αποχωρήσουν από τη γη του. 4 εκείνοι τότε ζήτησαν το δίκαιο μισθό τους πριν αποχωρήσουν. Όταν άκουσε ο βασιλιάς για μισθό, επειδή εκείνη την ώρα εισέρχονταν ο ήλιος από την καπνοδόχο μέσα στον οίκο, τιμωρημένος από το θεό με παραφροσύνη, είπε: «μισθό άξιο για εσάς από εμένα αυτό ανταποδίδω», δείχνοντας τον ήλιο. 5 τότε λοιπόν, ο Γαυάνης και ο Αέροπος οι μεγαλύτεροι, εξεπλάγησαν μόλις άκουσαν αυτά. Ο νεότερος (ο Περδίκας) που είχε ένα μαχαίρι είπε αυτά: «δεχόμεθα ω, βασιλιά όσα προσφέρεις», οριοθετώντας, με το μαχαίρι στο έδαφος του οίκου, τον ήλιο, και έλαβε τρεις φορές, δήθεν από τον ήλιο, τον έβαλε στον κόρφο του και απομακρύνθηκε αυτός και οι δύο άλλοι.
(απόδοση κειμένου: Ματσιαρόκου Χρυσούλα)138. [1] οἳ μὲν δὴ ἀπήισαν, τῷ δὲ βασιλέι σημαίνει τις τῶν παρέδρων οἷόν τι χρῆμα ποιήσειε ὁ παῖς καὶ ὡς σὺν νόῳ κείνων ὁ νεώτατος λάβοι τὰ διδόμενα. ὁ δὲ ταῦτα ἀκούσας καὶ ὀξυνθεὶς πέμπει ἐπ᾽ αὐτοὺς ἱππέας ἀπολέοντας. ποταμὸς δὲ ἐστὶ ἐν τῇ χώρῃ ταύτῃ, τῷ θύουσι οἱ τούτων τῶν ἀνδρῶν ἀπ᾽ Ἄργεος ἀπόγονοι σωτῆρι· [2] οὗτος, ἐπείτε διέβησαν οἱ Τημενίδαι, μέγας οὕτω ἐρρύη ὥστε τοὺς ἱππέας μὴ οἵους τε γενέσθαι διαβῆναι. οἳ δὲ ἀπικόμενοι ἐς ἄλλην γῆν τῆς Μακεδονίης οἴκησαν πέλας τῶν κήπων τῶν λεγομένων εἶναι Μίδεω τοῦ Γορδίεω, ἐν τοῖσι φύεται αὐτόματα ῥόδα, ἓν ἕκαστον ἔχον ἑξήκοντα φύλλα, ὀδμῇ τε ὑπερφέροντα τῶν ἄλλων. [3] ἐν τούτοισι καὶ ὁ Σιληνὸς τοῖσι κήποισι ἥλω, ὡς λέγεται ὑπὸ Μακεδόνων. ὑπὲρ δὲ τῶν κήπων ὄρος κεῖται Βέρμιον οὔνομα, ἄβατον ὑπὸ χειμῶνος. ἐνθεῦτεν δὲ ὁρμώμενοι, ὡς ταύτην ἔσχον, κατεστρέφοντο καὶ τὴν ἄλλην Μακεδονίην.

2....και εκείνοι ερχόμενοι σε άλλη περιοχή της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκαν στους κήπους που λέγεται πως ήταν του Μίδα του (γιου του) Γορδίου, όπου φυτρώνουν αυτοφυή ρόδα, που το καθένα έχει εξήντα φύλλα και το άρωμα τους είναι ανώτερο των άλλων. Στους κήπους αυτούς πιάστηκε με παγίδα ο Σιληνός, όπως διηγούνται οι Μακεδόνες. Επάνω δε από τους κήπους, υψώνεται του βουνό που λέγεται Βέρμιον και είναι άβατο το χειμώνα. (απόδοση κειμένου: Ματσιαρόκου Χρυσούλα)139. [1] ἀπὸ τούτου δὴ τοῦ Περδίκκεω Ἀλέξανδρος ὧδε ἐγένετο· Ἀμύντεω παῖς ἦν Ἀλέξανδρος, Ἀμύντης δὲ Ἀλκέτεω, Ἀλκέτεω δὲ πατὴρ ἦν Ἀέροπος, τοῦ δὲ Φίλιππος, Φιλίππου δὲ Ἀργαῖος, τοῦ δὲ Περδίκκης ὁ κτησάμενος τὴν ἀρχήν.






Ο μύθος εξιστορεί την ιστορία του
δεκαεξάκτινου αστέρα των Μακεδόνων

Τα μεγαλύτερα αδέλφια σάστισαν με την απόφαση του βασιλιά να τους πληρώσει με χώμα,αλλά ο Περδίκας ψύχραιμα δέχτηκε ως μισθό τον ήλιο που έπεφτε στο χώμα.

Κύκλωσε τρεις φορές με το μαχαίρι του τον ήλιο, που έπεφτε στη γη και πήρε στον κόρφο του το χώμα. Όταν τα τρία αδέλφια έφυγαν από τη χώρα τότε ο βασιλιάς, κατάλαβε ότι αυτό που έδωσε ως αμοιβή στους νέους, ο Περδίκας το εξέλαβε ως παραχώρηση δικαιωμάτων στη γη του και έστειλε ιππείς, να σκοτώσουν τα τρία αδέλφια. Τα αδέλφια πρόλαβαν και πέρασαν ένα ποτάμι, πλημμυρισμένο, πετώντας σχοινιά στην απέναντι ακτή, αιωρούμενοι, και έτσι τους έχασαν οι κυνηγοί τους. Τα παιδιά βρέθηκαν στο Βέρμιο, την εύφορη περιοχή, που ακόμη και τα ρόδα αντί να έχουν τριάντα πέταλα, είχαν τα διπλά, εξήντα και ξεπερνούσαν σε ομορφιά και μυρωδιά όλα τα άλλα. Ήταν οι περίφημοι κήποι του βασιλιά Μίδα.


γλέντι στο παλάτι του Μίδα, πίνακας του Valkenborch

Ο ήλιος που ο νεαρός Περδίκας με τόση εξυπνάδα έκρυψε στον κόρφο του, έγινε το σύμβολο του νέου βασιλείου, που θα δημιουργούσε. Είναι το περίφημο αστέρι της Βεργίνας, που όλους εμάς τους Μακεδόνες, αλλά και όλους τους Έλληνες μας κάνει περήφανους.

137. Now of this Alexander the seventh ancestor was that Perdiccas who first became despot of the Macedonians, and that in the manner which here follows:--From Argos there fled to the Illyrians three brothers of the descendents of Temenos, Gauanes, Aëropos, and Perdiccas; and passing over from the Illyrians into the upper parts of Macedonia they came to the city of Lebaia. There they became farm- servants for pay in the household of the king, one pasturing horses, the second oxen, and the youngest of them, namely Perdiccas, the smaller kinds of cattle; for in ancient times even those who were rulers over men were poor in money, and not the common people only; and the wife of the king cooked for them their food herself. And whenever she baked, the loaf of the boy their servant, namely Perdiccas, became double as large as by nature it should be. When this happened constantly in the same manner, she told it to her husband, and he when he heard it conceived forthwith that this was a portent and tended to something great. He summoned the farm-servants therefore, and gave notice to them to depart out of his land; and they said that it was right that before they went forth they should receive the wages which were due. Now it chanced that the sun was shining into the house down through the opening which received the smoke, and the king when he heard about the wages said, being infatuated by a divine power: "I pay you then this for wages, and it is such as ye deserve," pointing to the sunlight. So then Gauanes and Aëropos the elder brothers stood struck with amazement when they heard this, but the boy, who happened to have in his hand a knife, said these words: "We accept, O king, that which thou dost give;" and he traced a line with his knife round the sunlight on the floor of the house, and having traced the line round he thrice drew of the sunlight into his bosom, and after that he departed both himself and his fellows.

138. They then were going away, and to the king one of those who sat by him at table told what manner of thing the boy had done, and how the youngest of them had taken that which was given with some design: and he hearing this and being moved with anger, sent after them horsemen to slay them. Now there is a river in this land to which the descendents of these men from Argos sacrifice as a saviour. This river, so soon as the sons of Temenos had passed over it, began to flow with such great volume of water that the horsemen became unable to p
ass over. So the brothers, having come to another region of Macedonia, took up their dwelling near the so-called gardens of Midas the son of Gordias, where roses grow wild which have each one sixty petals and excel all others in perfume. In these gardens too Silenos was captured, as is reported by the Macedonians: and above the gardens is situated a mountain called Bermion, which is inaccessible by reason of the cold. Having taken possession of that region, they made this their starting-point, and proceeded to subdue also the rest of Macedonia.


139. From this Perdiccas the descent of Alexander was as follows:--Alexander was the son of Amyntas, Amyntas was the son of Alketes, the father of Alketes was Aëropos, of him Philip, of Philip Argaios, and of this last the father was Perdiccas, who first obtained the kingdom.



Πως ο ήλιος έγινε το έμβλημα των βασιλέων της Μακεδονίας
8. 137.1 Αυτού του Αλέξανδρου έβδομος προπάτορας, ήταν ὁ Περδίκας, που εξέλαβε την βασιλεία των Μακεδόνων με αυτόν τον τρόπο. Από το Άργος έφυγαν προς τους Ιλλυριούς, οι απόγονοι του Τήμενου, οι τρεις αδελφοί, Γαυάνης και Αέροπος και ο Περδίκας. Αφού πέρασαν από την Ιλλυρία έφτασαν στην Άνω Μακεδονία και στην πόλη Λεβαία. 2 εκεί δούλευαν με μισθό για το βασιλιά, ο ένας βόσκοντας ίππους, ο άλλος βόδια, ο νεώτερος δε αυτών, Περδίκκας τα αδύνατα πρόβατα. Η δε γυναίκα του βασιλιά έπλαθε τους άρτους. Ήταν τότε και οι τύραννοι ασθενείς χρηματικά, όχι μόνο οι δήμοι. 3 καθώς δε, έπλαθε, ο άρτος του εργαζόμενου Περδίκα, διπλασιαζόταν από μόνος του. Επειδή δε, συνέχεια γινόταν αυτό, το είπε στον άνδρα της. Εκείνος όταν το άκουσε το θεώρησε ως οιωνό, που προμήνυε κάτι φοβερό. Καλώντας μάλιστα τους εργαζόμενους τους ζήτησε να αποχωρήσου
ν από τη γη του. 4 εκείνοι τότε ζήτησαν το δίκαιο μισθό τους πριν αποχωρήσουν. Όταν άκουσε ο βασιλιάς για μισθό, επειδή εκείνη την ώρα εισέρχονταν ο ήλιος από την καπνοδόχο μέσα στον οίκο, τιμωρημένος από το θεό με παραφροσύνη, είπε: «μισθό άξιο για εσάς από εμένα αυτό ανταποδίδω», δείχνοντας τον ήλιο. 5 τότε λοιπόν, ο Γαυάνης και ο Αέροπος οι μεγαλύτεροι, εξεπλάγησαν μόλις άκουσαν αυτά. Ο νεότερος (ο Περδίκας) που είχε ένα μαχαίρι είπε αυτά: «δεχόμεθα ω, βασιλιά όσα προσφέρεις», οριοθετώντας, με το μαχαίρι στο έδαφος του οίκου, τον ήλιο, και έλαβε τρεις φορές, δήθεν από τον ήλιο, τον έβαλε στον κόρφο του και απομακρύνθηκε αυτός και οι δύο άλλοι.2....και εκείνοι ερχόμενοι σε άλλη περιοχή της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκαν στους κήπους που λέγεται πως ήταν του Μίδα του (γιου του) Γορδίου, όπου φυτρώνουν αυτοφυή ρόδα, που το καθένα έχει εξήντα φύλλα και το άρωμα τους είναι ανώτερο των άλλων. Στους κήπους αυτούς πιάστηκε με παγίδα ο Σιληνός, όπως διηγούνται οι Μακεδόνες. Επάνω δε από τους κήπους, υψώνεται του βουνό που λέγεται Βέρμιον και είναι άβατο το χειμώνα.(απόδοση κειμένου: Ματσιαρόκου Χρυσούλα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου