Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

ο Αλέξανδρος Α΄, προπάτορας του Μ. Αλεξάνδρου αποδεικνύει την ελληνική καταγωγή του

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ



Ο Ηρόδοτος, ο πατέρας της ιστορίας, μας εξιστορεί πως ο βασιλιάς Αλέξανδρος ο Α΄της Μακεδονίας απέδειξε την ελληνική καταγωγή του, στους Ελλανοδίκες των Ολυμπιακών αγώνων, ώστε να του δοθεί η άδεια να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες, όπου επιτρεπόταν η συμμετοχή, μόνο σε Έλληνες.

Πως ο Αλέξανδρος ο Α΄ απέδειξε στους Ελλανοδίκες των Ολυμπιακών αγώνων την καταγωγή του από το βασίλειο των Αργείων Τημενιδών.


ΗΡΟΔΟΤΟΣ Ε΄βιβλίον Ιστοριών Τερψιχόρη

22. ὁ μέν νυν τῶν Περσέων τούτων θάνατος οὕτω καταλαμφθεὶς ἐσιγήθη. Ἕλληνας δὲ εἶναι τούτους τοὺς ἀπὸ Περδίκκεω γεγονότας, κατά περ αὐτοὶ λέγουσι, αὐτός τε οὕτω τυγχάνω ἐπιστάμενος καὶ δὴ καὶ ἐν τοῖσι ὄπισθε λόγοισι ἀποδέξω ὡς εἰσὶ Ἕλληνες, πρὸς δὲ καὶ οἱ τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ διέποντες ἀγῶνα Ἑλληνοδίκαι οὕτω ἔγνωσαν εἶναι. 2 Ἀλεξάνδρου γὰρ ἀεθλεύειν ἑλομένου καὶ καταβάντος ἐπ᾽ αὐτὸ τοῦτο, οἱ ἀντιθευσόμενοι Ἑλλήνων ἐξεῖργόν μιν, φάμενοι οὐ βαρβάρων ἀγωνιστέων εἶναι τὸν ἀγῶνα ἀλλὰ Ἑλλήνων• Ἀλέξανδρος δὲ ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος, ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην καὶ ἀγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τῷ πρώτῳ.

απόδοση κειμένου:22.1. ο θάνατος αυτών των Περσών που έτσι δεσμεύτηκαν, σιωπήθηκε. Τώρα το πως οι απόγονοι του Περδίκα είναι Έλληνες, όπως άλλωστε και οι ίδιοι ισχυρίζονται και είναι γνωστό, θα το αποδείξω παρακάτω. Το ότι είναι Έλληνες επιπλέον το γνώριζαν και οι Ελλανοδίκες, των Ολυμπιακών αγώνων, διότι όταν ο Αλέξανδρος κέρδισε το βραβείο,εμποδίστηκε από τους άλλους αγωνιζομένους, να το παραλάβει, διότι αντιτίθεντο σε αυτό, ισχυριζόμενοι πως οι αγώνες είναι για Έλληνες και όχι για βαρβάρους. Επειδή όμως ο Αλέξανδρος απέδειξε πως ήταν Αργείος, κρίθηκε ως Έλληνας και έτσι αγωνίστηκε στον αγώνα του σταδίου και έφτασε στο τέρμα ακριβώς την ίδια στιγμή με τον πρώτο.


απόδοση κειμένου:Ματσιαρόκου Χρυσούλα

Πως ο ήλιος έγινε το έμβλημα των βασιλέων της Μακεδονίας


HERODOTUS BOOK 8
137. [1] τοῦ δὲ Ἀλεξάνδρου τούτου ἕβδομος γενέτωρ Περδίκκης ἐστὶ ὁ κτησάμενος τῶν Μακεδόνων τὴν τυραννίδα τρόπῳ τοιῷδε. ἐξ Ἄργεος ἔφυγον ἐς Ἰλλυριοὺς τῶν Τημένου ἀπογόνων τρεῖς ἀδελφεοί, Γαυάνης τε καὶ Ἀέροπος καὶ Περδίκκης, ἐκ δὲ Ἰλλυριῶν ὑπερβαλόντες ἐς τὴν ἄνω Μακεδονίην ἀπίκοντο ἐς Λεβαίην πόλιν. [2] ἐνθαῦτα δὲ ἐθήτευον ἐπὶ μισθῷ παρὰ τῷ βασιλέι, ὃ μὲν ἵππους νέμων, ὁ δὲ βοῦς, ὁ δὲ νεώτατος αὐτῶν Περδίκκης τὰ λεπτὰ τῶν προβάτων. ἡ δὲ γυνὴ τοῦ βασιλέος αὐτὴ τὰ σιτία σφι ἔπεσσε· ἦσαν γὰρ τὸ πάλαι καὶ αἱ τυραννίδες τῶν ἀνθρώπων ἀσθενέες χρήμασι, οὐ μοῦνον ὁ δῆμος· [3] ὅκως δὲ ὀπτῴη, ὁ ἄρτος τοῦ παιδὸς τοῦ θητὸς Περδίκκεω διπλήσιος ἐγίνετο αὐτὸς ἑωυτοῦ. ἐπεὶ δὲ αἰεὶ τὠυτὸ τοῦτο ἐγίνετο, εἶπε πρὸς τὸν ἄνδρα τὸν ἑωυτῆς· τὸν δὲ ἀκούσαντα ἐσῆλθε αὐτίκα ὡς εἴη τέρας καὶ φέροι μέγα τι. καλέσας δὲ τοὺς θῆτας προηγόρευέ σφι ἀπαλλάσσεσθαι ἐκ γῆς τῆς ἑωυτοῦ. [4] οἳ δὲ τὸν μισθὸν ἔφασαν δίκαιοι εἶναι ἀπολαβόντες οὕτω ἐξιέναι. ἐνθαῦτα ὁ βασιλεὺς τοῦ μισθοῦ πέρι ἀκούσας, ἦν γὰρ κατὰ τὴν καπνοδόκην ἐς τὸν οἶκον ἐσέχων ὁ ἥλιος, εἶπε θεοβλαβὴς γενόμενος «μισθὸν δὲ ὑμῖν ἐγὼ ὑμέων ἄξιον τόνδε ἀποδίδωμι,» δέξας τὸν ἥλιον. [5] ὁ μὲν δὴ Γαυάνης τε καὶ ὁ Ἀέροπος οἱ πρεσβύτεροι ἕστασαν ἐκπεπληγμένοι, ὡς ἤκουσαν ταῦτα· ὁ δὲ παῖς, ἐτύγχανε γὰρ ἔχων μάχαιραν, εἴπας τάδε «δεκόμεθα ὦ βασιλεῦ τὰ διδοῖς,» περιγράφει τῇ μαχαίρῃ ἐς τὸ ἔδαφος τοῦ οἴκου τὸν ἥλιον, περιγράψας δέ, ἐς τὸν κόλπον τρὶς ἀρυσάμενος τοῦ ἡλίου, ἀπαλλάσσετο αὐτός τε καὶ οἱ μετ᾽ ἐκείνου.

8. 137.1 Αυτού του Αλέξανδρου έβδομος προπάτορας, ήταν ὁ Περδίκας, που εξέλαβε την βασιλεία των Μακεδόνων με αυτόν τον τρόπο. Από το Άργος έφυγαν προς τους Ιλλυριούς, οι απόγονοι του Τήμενου, οι τρεις αδελφοί, Γαυάνης και Αέροπος και ο Περδίκας. Αφού πέρασαν από την Ιλλυρία έφτασαν στην Άνω Μακεδονία και στην πόλη Λεβαία. 2 εκεί δούλευαν με μισθό για το βασιλιά, ο ένας βόσκοντας ίππους, ο άλλος βόδια, ο νεώτερος δε αυτών, Περδίκκας τα αδύνατα πρόβατα. Η δε γυναίκα του βασιλιά έπλαθε τους άρτους. Ήταν τότε και οι τύραννοι ασθενείς χρηματικά, όχι μόνο οι δήμοι. 3 καθώς δε, έπλαθε, ο άρτος του εργαζόμενου Περδίκα, διπλασιαζόταν από μόνος του. Επειδή δε, συνέχεια γινόταν αυτό, το είπε στον άνδρα της. Εκείνος όταν το άκουσε το θεώρησε ως οιωνό, που προμήνυε κάτι φοβερό. Καλώντας μάλιστα τους εργαζόμενους τους ζήτησε να αποχωρήσουν από τη γη του. 4 εκείνοι τότε ζήτησαν το δίκαιο μισθό τους πριν αποχωρήσουν. Όταν άκουσε ο βασιλιάς για μισθό, επειδή εκείνη την ώρα εισέρχονταν ο ήλιος από την καπνοδόχο μέσα στον οίκο, τιμωρημένος από το θεό με παραφροσύνη, είπε: «μισθό άξιο για εσάς από εμένα αυτό ανταποδίδω», δείχνοντας τον ήλιο. 5 τότε λοιπόν, ο Γαυάνης και ο Αέροπος οι μεγαλύτεροι, εξεπλάγησαν μόλις άκουσαν αυτά. Ο νεότερος (ο Περδίκας) που είχε ένα μαχαίρι είπε αυτά: «δεχόμεθα ω, βασιλιά όσα προσφέρεις», οριοθετώντας, με το μαχαίρι στο έδαφος του οίκου, τον ήλιο, και έλαβε τρεις φορές, δήθεν από τον ήλιο, τον έβαλε στον κόρφο του και απομακρύνθηκε αυτός και οι δύο άλλοι.
(απόδοση κειμένου: Ματσιαρόκου Χρυσούλα)138. [1] οἳ μὲν δὴ ἀπήισαν, τῷ δὲ βασιλέι σημαίνει τις τῶν παρέδρων οἷόν τι χρῆμα ποιήσειε ὁ παῖς καὶ ὡς σὺν νόῳ κείνων ὁ νεώτατος λάβοι τὰ διδόμενα. ὁ δὲ ταῦτα ἀκούσας καὶ ὀξυνθεὶς πέμπει ἐπ᾽ αὐτοὺς ἱππέας ἀπολέοντας. ποταμὸς δὲ ἐστὶ ἐν τῇ χώρῃ ταύτῃ, τῷ θύουσι οἱ τούτων τῶν ἀνδρῶν ἀπ᾽ Ἄργεος ἀπόγονοι σωτῆρι· [2] οὗτος, ἐπείτε διέβησαν οἱ Τημενίδαι, μέγας οὕτω ἐρρύη ὥστε τοὺς ἱππέας μὴ οἵους τε γενέσθαι διαβῆναι. οἳ δὲ ἀπικόμενοι ἐς ἄλλην γῆν τῆς Μακεδονίης οἴκησαν πέλας τῶν κήπων τῶν λεγομένων εἶναι Μίδεω τοῦ Γορδίεω, ἐν τοῖσι φύεται αὐτόματα ῥόδα, ἓν ἕκαστον ἔχον ἑξήκοντα φύλλα, ὀδμῇ τε ὑπερφέροντα τῶν ἄλλων. [3] ἐν τούτοισι καὶ ὁ Σιληνὸς τοῖσι κήποισι ἥλω, ὡς λέγεται ὑπὸ Μακεδόνων. ὑπὲρ δὲ τῶν κήπων ὄρος κεῖται Βέρμιον οὔνομα, ἄβατον ὑπὸ χειμῶνος. ἐνθεῦτεν δὲ ὁρμώμενοι, ὡς ταύτην ἔσχον, κατεστρέφοντο καὶ τὴν ἄλλην Μακεδονίην.

2....και εκείνοι ερχόμενοι σε άλλη περιοχή της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκαν στους κήπους που λέγεται πως ήταν του Μίδα του (γιου του) Γορδίου, όπου φυτρώνουν αυτοφυή ρόδα, που το καθένα έχει εξήντα φύλλα και το άρωμα τους είναι ανώτερο των άλλων. Στους κήπους αυτούς πιάστηκε με παγίδα ο Σιληνός, όπως διηγούνται οι Μακεδόνες. Επάνω δε από τους κήπους, υψώνεται του βουνό που λέγεται Βέρμιον και είναι άβατο το χειμώνα. (απόδοση κειμένου: Ματσιαρόκου Χρυσούλα)139. [1] ἀπὸ τούτου δὴ τοῦ Περδίκκεω Ἀλέξανδρος ὧδε ἐγένετο· Ἀμύντεω παῖς ἦν Ἀλέξανδρος, Ἀμύντης δὲ Ἀλκέτεω, Ἀλκέτεω δὲ πατὴρ ἦν Ἀέροπος, τοῦ δὲ Φίλιππος, Φιλίππου δὲ Ἀργαῖος, τοῦ δὲ Περδίκκης ὁ κτησάμενος τὴν ἀρχήν.






Ο μύθος εξιστορεί την ιστορία του
δεκαεξάκτινου αστέρα των Μακεδόνων

Τα μεγαλύτερα αδέλφια σάστισαν με την απόφαση του βασιλιά να τους πληρώσει με χώμα,αλλά ο Περδίκας ψύχραιμα δέχτηκε ως μισθό τον ήλιο που έπεφτε στο χώμα.

Κύκλωσε τρεις φορές με το μαχαίρι του τον ήλιο, που έπεφτε στη γη και πήρε στον κόρφο του το χώμα. Όταν τα τρία αδέλφια έφυγαν από τη χώρα τότε ο βασιλιάς, κατάλαβε ότι αυτό που έδωσε ως αμοιβή στους νέους, ο Περδίκας το εξέλαβε ως παραχώρηση δικαιωμάτων στη γη του και έστειλε ιππείς, να σκοτώσουν τα τρία αδέλφια. Τα αδέλφια πρόλαβαν και πέρασαν ένα ποτάμι, πλημμυρισμένο, πετώντας σχοινιά στην απέναντι ακτή, αιωρούμενοι, και έτσι τους έχασαν οι κυνηγοί τους. Τα παιδιά βρέθηκαν στο Βέρμιο, την εύφορη περιοχή, που ακόμη και τα ρόδα αντί να έχουν τριάντα πέταλα, είχαν τα διπλά, εξήντα και ξεπερνούσαν σε ομορφιά και μυρωδιά όλα τα άλλα. Ήταν οι περίφημοι κήποι του βασιλιά Μίδα.


γλέντι στο παλάτι του Μίδα, πίνακας του Valkenborch

Ο ήλιος που ο νεαρός Περδίκας με τόση εξυπνάδα έκρυψε στον κόρφο του, έγινε το σύμβολο του νέου βασιλείου, που θα δημιουργούσε. Είναι το περίφημο αστέρι της Βεργίνας, που όλους εμάς τους Μακεδόνες, αλλά και όλους τους Έλληνες μας κάνει περήφανους.

137. Now of this Alexander the seventh ancestor was that Perdiccas who first became despot of the Macedonians, and that in the manner which here follows:--From Argos there fled to the Illyrians three brothers of the descendents of Temenos, Gauanes, Aëropos, and Perdiccas; and passing over from the Illyrians into the upper parts of Macedonia they came to the city of Lebaia. There they became farm- servants for pay in the household of the king, one pasturing horses, the second oxen, and the youngest of them, namely Perdiccas, the smaller kinds of cattle; for in ancient times even those who were rulers over men were poor in money, and not the common people only; and the wife of the king cooked for them their food herself. And whenever she baked, the loaf of the boy their servant, namely Perdiccas, became double as large as by nature it should be. When this happened constantly in the same manner, she told it to her husband, and he when he heard it conceived forthwith that this was a portent and tended to something great. He summoned the farm-servants therefore, and gave notice to them to depart out of his land; and they said that it was right that before they went forth they should receive the wages which were due. Now it chanced that the sun was shining into the house down through the opening which received the smoke, and the king when he heard about the wages said, being infatuated by a divine power: "I pay you then this for wages, and it is such as ye deserve," pointing to the sunlight. So then Gauanes and Aëropos the elder brothers stood struck with amazement when they heard this, but the boy, who happened to have in his hand a knife, said these words: "We accept, O king, that which thou dost give;" and he traced a line with his knife round the sunlight on the floor of the house, and having traced the line round he thrice drew of the sunlight into his bosom, and after that he departed both himself and his fellows.

138. They then were going away, and to the king one of those who sat by him at table told what manner of thing the boy had done, and how the youngest of them had taken that which was given with some design: and he hearing this and being moved with anger, sent after them horsemen to slay them. Now there is a river in this land to which the descendents of these men from Argos sacrifice as a saviour. This river, so soon as the sons of Temenos had passed over it, began to flow with such great volume of water that the horsemen became unable to p
ass over. So the brothers, having come to another region of Macedonia, took up their dwelling near the so-called gardens of Midas the son of Gordias, where roses grow wild which have each one sixty petals and excel all others in perfume. In these gardens too Silenos was captured, as is reported by the Macedonians: and above the gardens is situated a mountain called Bermion, which is inaccessible by reason of the cold. Having taken possession of that region, they made this their starting-point, and proceeded to subdue also the rest of Macedonia.


139. From this Perdiccas the descent of Alexander was as follows:--Alexander was the son of Amyntas, Amyntas was the son of Alketes, the father of Alketes was Aëropos, of him Philip, of Philip Argaios, and of this last the father was Perdiccas, who first obtained the kingdom.



Πως ο ήλιος έγινε το έμβλημα των βασιλέων της Μακεδονίας
8. 137.1 Αυτού του Αλέξανδρου έβδομος προπάτορας, ήταν ὁ Περδίκας, που εξέλαβε την βασιλεία των Μακεδόνων με αυτόν τον τρόπο. Από το Άργος έφυγαν προς τους Ιλλυριούς, οι απόγονοι του Τήμενου, οι τρεις αδελφοί, Γαυάνης και Αέροπος και ο Περδίκας. Αφού πέρασαν από την Ιλλυρία έφτασαν στην Άνω Μακεδονία και στην πόλη Λεβαία. 2 εκεί δούλευαν με μισθό για το βασιλιά, ο ένας βόσκοντας ίππους, ο άλλος βόδια, ο νεώτερος δε αυτών, Περδίκκας τα αδύνατα πρόβατα. Η δε γυναίκα του βασιλιά έπλαθε τους άρτους. Ήταν τότε και οι τύραννοι ασθενείς χρηματικά, όχι μόνο οι δήμοι. 3 καθώς δε, έπλαθε, ο άρτος του εργαζόμενου Περδίκα, διπλασιαζόταν από μόνος του. Επειδή δε, συνέχεια γινόταν αυτό, το είπε στον άνδρα της. Εκείνος όταν το άκουσε το θεώρησε ως οιωνό, που προμήνυε κάτι φοβερό. Καλώντας μάλιστα τους εργαζόμενους τους ζήτησε να αποχωρήσου
ν από τη γη του. 4 εκείνοι τότε ζήτησαν το δίκαιο μισθό τους πριν αποχωρήσουν. Όταν άκουσε ο βασιλιάς για μισθό, επειδή εκείνη την ώρα εισέρχονταν ο ήλιος από την καπνοδόχο μέσα στον οίκο, τιμωρημένος από το θεό με παραφροσύνη, είπε: «μισθό άξιο για εσάς από εμένα αυτό ανταποδίδω», δείχνοντας τον ήλιο. 5 τότε λοιπόν, ο Γαυάνης και ο Αέροπος οι μεγαλύτεροι, εξεπλάγησαν μόλις άκουσαν αυτά. Ο νεότερος (ο Περδίκας) που είχε ένα μαχαίρι είπε αυτά: «δεχόμεθα ω, βασιλιά όσα προσφέρεις», οριοθετώντας, με το μαχαίρι στο έδαφος του οίκου, τον ήλιο, και έλαβε τρεις φορές, δήθεν από τον ήλιο, τον έβαλε στον κόρφο του και απομακρύνθηκε αυτός και οι δύο άλλοι.2....και εκείνοι ερχόμενοι σε άλλη περιοχή της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκαν στους κήπους που λέγεται πως ήταν του Μίδα του (γιου του) Γορδίου, όπου φυτρώνουν αυτοφυή ρόδα, που το καθένα έχει εξήντα φύλλα και το άρωμα τους είναι ανώτερο των άλλων. Στους κήπους αυτούς πιάστηκε με παγίδα ο Σιληνός, όπως διηγούνται οι Μακεδόνες. Επάνω δε από τους κήπους, υψώνεται του βουνό που λέγεται Βέρμιον και είναι άβατο το χειμώνα.(απόδοση κειμένου: Ματσιαρόκου Χρυσούλα)

Ο Φίλιππος προφητεύει για τον Αλέξανδρο

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Ψευδοκαλλισθένη, «Βίος Αλεξάνδρου»

Ο Φίλιππος προφητεύει για τον Αλέξανδρο:

Βλέπω ότι η σπορά είναι θεϊκή. Γιατί μόλις το παιδί έπεσε στη γη
(γεννήθηκε στον κυοφόρο δίφρο-σκαμνί) ακούστηκαν αλλεπάλληλες βροντές και αστραπές φώτισαν τον ουρανό ώστε ταρακουνήθηκε ολόκληρο το σύμπαν.
Ο τοκετός συνοδεύτηκε από επίσημα κοσμικά σημάδια.



«ΚΑΛΕΙΣΘΩ ΔΕ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ».

ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.

Σ’ όλη τη Μακεδονία και στην Πέλλη (Πέλλα) και στη Θράκη έγινε στεφανηφορία.

το όνειρο της Ολυμπιάδος


Η ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΠΩΣ ΓΕΝΝΗΣΕ ΔΡΑΚΟ


πίνακας της Χρυσούλας Ματσιαρόκου (αντιγραφή και έμπνευση από μεσαιωνικά χειρόγραφα)

Πλουτάρχου, «Βίος Αλεξάνδρου»

Κάποτε πάλι, ενώ κοιμόταν η Ολυμπιάδα, φάνηκε ένας δράκοντας να είναι ξαπλωμένος δίπλα στο σώμα της. Λένε μάλιστα πως το γεγονός αυτό έγινε αιτία να σβήσει ο έρωτας του Φιλίππου για τη γυναίκα του και να πάψει να είναι διαχυτικός μαζί της. Είτε επειδή φοβήθηκε μήπως η γυναίκα του του κάνει μάγια και τον φαρμακώσει είτε επειδή πίστεψε πως η συνεύρεση εκείνη της γυναίκας του ήταν ιερή, έχοντας την ιδέα πως κοιμήθηκε μ’ έναν ανώτερό του, από τότε δεν πήγαινε να κοιμηθεί μαζί της. Υπάρχει όμως και μια άλλη φήμη γι’ αυτά. Ότι δηλαδή όλες οι γυναίκες εκείνες (οι μυημένες στα Καβείρια Μυστήρια της Σαμοθράκης) από τα πολύ παλιά χρόνια επιδίδονται στα Ορφικά και τα Διονυσιακά όργια. Ονομάζονται Κλώδωνες και Μιμαλλόνες και οι μυστηριακές τους ιερουργίες μοιάζουν σε πολλά μ’ αυτές που τελούν οι Ηδωνίδες γυναίκες (από την Ηδωνία, χώρα ανάμεσα στον ποταμό Νέστο και το Στρυμώνα) και οι Θρακιώτισσες που κατοικούν στην περιοχή του Αίμου, από τις οποίες πιστεύεται ότι προέρχεται και η λέξη θρησκεύω που χρησιμοποιείται για τις υπερβολικές και περίεργες ιερουργίες.
Η Ολυμπιάδα μάλιστα, επειδή αγαπούσε περισσότερο από τις άλλες τις μυστικοπάθειες και τους ενθουσιασμούς (την κατάληψή της από θεϊκά πνεύματα) είχε στη συντροφιά της μεγάλα ήμερα φίδια, τα οποία έβγαιναν από τον κισσό και τα μυστικά κιβώτια, τυλίγονταν πάνω στους θύρσους (τα μακριά ραβδιά του Διονύσου) και τα στεφάνια των γυναικών και άφηναν έκπληκτους τους άνδρες.



ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Ευγενία Κούκουρα

Η αναγγελία της γέννησης του Αλέξανδρου



Η αναγγελία της γέννησης του Αλέξανδρου βρίσκει τον Φίλιππο σε μάχη.

Κόιντου Κούρτιου Ρούφου, Η Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου»

Όταν γεννιόταν ο Αλέξανδρος, ο Φίλιππος έλειπε στην πολιορκία της Ποτίδαιας (στην α΄ χερσόνησο της Χαλκιδικής) στα παράλια της Μακεδονίας.
Εκεί του αναγγέλθηκαν τρεις ευχάριστες ειδήσεις την ίδια μέρα, πρώτον ότι ο στρατηγός του Παρμενίωνας νίκησε τους Ιλλυριούς σε κάποια μεγάλη μάχη, δεύτερον ότι τα άλογά του νίκησαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες και ήδη του έστελναν το βραβείο, και τρίτον ότι η γυναίκα του γέννησε αγόρι.
Ο Φίλιππος, επειδή ήξερε την αστάθεια στα ανθρώπινα πράγματα, αναφώνησε:
«Τύχη, πρόσθεσε και κανένα δυστύχημα σ’ αυτά τα πολύ ευτυχή γεγονότα».

απόδοση κειμένου: Ευγενία Κούκουρα

Ο Νεκτανεβώ ήταν πατέρας του Αλέξανδρου;

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΘΕΛΕΙ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟ ΝΕΚΤΑΝΕΒΩ

φωτό από μεσαιωνικό χειρόγραφο

Ψευδοκαλλισθένη, «Βίος Αλεξάνδρου»

Κι όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει, η Ολυμπιάδα
ΚΑΘΙΣΑΣΑ ΕΠΙ ΤΟΝ ΚΥΟΦΟΡΟΝ ΔΙΦΡΟΝ ΩΔΙΝΕ
(κάθισε στον κυοφόρο δίφρο-σκαμνί)
και την έπιασαν οι ωδίνες-οι πόνοι της γέννας.

Μαζί της βρισκόταν κι ο Νεκτανεβώ, ο οποίος αφού μελέτησε τα ουράνια σημάδια, την συμβούλευε να μην επισπεύσει τον τοκετό, κι αφού συγκλόνισε (ανατάραξε) τα κοσμικά στοιχεία χρησιμοποιώντας τη μαγική του τέχνη, μάθαινε τα ενεστώτα τη φύσει (την παρούσα κατάσταση της φύσεως) και της λέει:

«Γυναίκα, συγκρατήσου, γιατί αν γεννήσεις τώρα, θα γεννήσεις υπόδουλο αιχμάλωτο».

Κι όταν έρχονταν πάλι οι πόνοι στη γυναίκα και δεν μπορούσε να τους υποφέρει, ο Νεκτανεβώς της είπε:

«Κάνε λίγη υπομονή γυναίκα, γιατί αν γεννήσεις τώρα, αυτός που θα γεννηθεί θα είναι γάλλος (ανίκανος) και απρόκοπος (ευνούχος)».

Ο Νεκτανεβώ παρηγορούσε τη γυναίκα και την ενθάρρυνε και την δασκάλευε να κλείνει με τα χέρια της τη μήτρα (για να καθυστερήσει τον τοκετό).
Κι αυτός με τις μαγικές του δυνάμεις ήλεγχε τον τοκετό της γυναίκας.
Πάλι εξέτασε τους ουράνιους δρόμους των κοσμικών στοιχείων, κι όταν κατάλαβε ότι ολόκληρο το σύμπαν μεσουρανούσε και είδε κάποια λάμψη στον ουρανό, η οποία έμοιαζε σαν τον ήλιο του μεσουρανούσε (το μεσημέρι) είπε στην Ολυμπιάδα:

«ΔΙΔΟΥ ΝΥΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΟΚΕΤΟΝ ΦΩΝΗΝ».
«Ξεφώνισε τώρα τη φωνή του τοκετού».

Κι αυτός καθοδήγησε τον τοκετό της (την ξεγέννησε) κα της είπε:

«ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, ΑΡΤΙ ΤΕΞΕΙΣ ΚΟΣΜΟΚΡΑΤΟΡΑ».
«Βασίλισσα, τώρα θα γεννήσεις ΚΟΣΜΟΚΡΑΤΟΡΑ».

Κι η Ολυμπιάδα μυκησαμένη (μούγκρισε) πιο πολύ από βόδι (αγελάδα) γέννησε παιδί αρσενικό με τη βοήθεια της τύχης.

ΤΟΥ ΠΑΙΔΟΣ ΠΕΣΟΝΤΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΗΝ
(όταν το παιδί έπεσε κάτω στη γη)
ακούστηκαν αλλεπάλληλες βροντές και φωτισμοί
αστραπών σαν να ταρακουνήθηκε ολόκληρο το σύμπαν.

απόδοση κειμένου: ΚΟΥΚΟΥΡΑ ΕΥΓΕΝΙΑ

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ


Το όνειρο της Ολυμπιάδας

φιλοτεχνήθηκε από Ματσιαρόκου Χρυσούλα

Πλουτάρχου, «Βίος Αλεξάνδρου»

Το προηγούμενο βράδυ πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου της με το Φίλιππο η νύφη (η Ολυμπιάδα) είδε στ’ όνειρό της πως άκουσε μια βροντή και πως ένας κεραυνός έπεσε στην κοιλιά της. Στο σημείο που την χτύπησε ο κεραυνός άναψε μια μεγάλη φλόγα, ύστερα διασπάστηκε σε άλλες φλόγες που κατευθύνονταν προς κάθε κατεύθυνση και τελικά έσβησε.

Το όνειρο του Φιλίππου

Λίγο καιρό αργότερα απ’ το γάμο, ο Φίλιππος είδε όνειρο, πως σφράγισε την κοιλιά της γυναίκας του με τα ίδια του τα χέρια.
Και μάλιστα το σκάλισμα της σφραγίδας, όπως είδε στ’ όνειρό του παρίστανε ένα λιοντάρι. Όλοι οι άλλοι μάντεις είδαν με ύποπτο μάτι τ’ όνειρο και πρότειναν στο Φίλιππο να προσέχει πιο πολύ τη σύζυγό του.
Ο Αρίστανδρος ο Τελμησεύς όμως του είπε πως η γυναίκα του είναι έγκυος -γιατί κανένας δεν σφραγίζει τ’ άδεια πράγματα- και μάλιστα πως έχει στην κοιλιά της ένα αγόρι με ρωμαλέα και λιονταρίσια ψυχή.

απόδοση κειμένων :Ευγενία Κούκουρα



καταγωγή Μ. Αλεξάνδρου

Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΣΤΑ ΚΑΒΕΙΡΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΝ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ

Πλουτάρχου, «Βίος Αλεξάνδρου»

Λένε πως ο Φίλιππος μυήθηκε στη Σαμοθράκη μαζί με την Ολυμπιάδα. Ο Φίλιππος ήταν Ηρακλείδης από τη γενιά του Κάρανου (γιου του Φείδωνα) και η Ολυμπιάδα απ’ τη γενιά του Νεοπτόλεμου (του γιου του Αχιλλέα, γιου του Πηλέα, γιου του Αιακού, γιου του Δία που ήταν βασιλιάς της Αίγινας).
Ο Φίλιππος ήταν τότε νεαρός ακόμα και εκείνη παιδούλα, ορφανή από πατέρα και μητέρα. Εκεί (στη Σαμοθράκη) την ερωτεύτηκε και τελικά την νυμφεύτηκε αφού πήρε τη συγκατάθεση του αδελφού της Αρύμβα.

(απόδοση κειμένου: Κούκουρα Ευγενία)

ο Αλέξανδρος για τον Αχιλλέα

Ο Αλέξανδρος ως πρότυπο του είχε τον Αχιλλέα.
Όταν πήγε στην Τροία καθιέρωσε θυσίες προς τιμήν του Αχιλλέα

Πλουτάρχου, «Αλέξανδρος»

Όταν ο Αλέξανδρος πήγε στην Τροία έκανε θυσίες στην Αθηνά και σπονδές στους ήρωες.
Τον τάφο του Αιλλέα μάλιστα τον άλειψε πλουσιοπάροχα με μύρα και αφού έτρεξε γύρω του γυμνός μαζί με τους φίλους του, όπως ήταν το έθιμο (επιτύμβια άθλα), κατέθεσε στεφάνι και τον

ΜΑΚΑΡΙΣΕ ΠΟΥ ΟΣΟ ΖΟΥΣΕ ΕΙΧΕ ΠΙΣΤΟ ΦΙΛΟ (ΤΟΝ ΠΑΤΡΟΚΛΟ)
ΚΙ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕ ΒΡΗΚΕ ΜΕΓΑΛΟ ΥΜΝΗΤΗ (ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ).

Όταν τριγύριζε στην πόλη κι έβλεπε τα αξιοθέατα, κάποιος τον ρώτησε, αν θέλει να δει τη λύρα του Αλέξανδρου (του Πάρη). Εκείνος απάντησε πως λίγο τον ενδιαφέρει εκείνη και πως ζητάει τη λύρα του Αχιλλέα, με την οποία εκείνος υμνούσε τα κατορθώματα των γενναίων.

(απόδοση κειμένου: Ευγενία Κούκουρα)

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ

Ψευδοκαλλισθένη, «Αλεξάνδρου Βίος», Βιβλίο Α΄.

Ο Αλέξανδρος όταν έφθασε στην Φρυγία πήγε στον ποταμό Σκάμανδρο, όπου είχε κάνει μπάνιο ο Αχιλλέας και κάνει μπάνιο κι αυτός.
Όταν είδε ότι το ΕΠΤΑΒΟΕΙΟ
(Η Ασπίδα του Αίαντα που ήταν κατασκευασμένη από 7 δέρματα βοδιού)
δεν είναι ούτε τόσο μεγάλο ούτε τόσο θαυμαστό όσο το περιγράφει ο Όμηρος, αναφώνησε:

«Μακάριοι εσείς, που αξιωθήκατε έναν ποιητή σαν τον Όμηρο που γίνατε μεγάλοι (σπουδαίοι) στα ποιήματά του, ενώ στην πραγματικότητα είστε πολύ κατώτεροι από εκείνα που γράφτηκαν».

Κι όταν ήρθε και τον βρήκε κάποιος ποιητής και του είπε:

«Βασιλιά Αλέξανδρε, εμείς θα γράψουμε καλύτερα για σένα»,

ο Αλέξανδρος τότε είπε:

«Θα προτιμούσα τον Όμηρο να με περιγράψει ως Θερσίτη, παρά εσύ Αγαμέμνονα».

(ΑΠΌΔΟΣΗ: Ευγενία Κούκουρα)

Ο ΠΕΡΔΙΚΑΣ για το θάνατο του Αλεξάνδρου

Κόϊντου Κούρτιου Ρούφου, "Η Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου"

περιγράφει τα λόγια του Περδίκκα για το θάνατο του Αλεξάνδρου:

Ο θυμός των θεών δεν μπορεί να μηχανευτεί άλλη όμοια τραγωδία ίση μ’ αυτή που μας βασανίζει. Όταν λάβει κανείς υπ’ όψιν του τα κατορθώματα του Αλέξανδρου μπορεί ίσως να ξεχάσει ότι ένας τέτοιος

ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΝΔΡΑΣ ΗΤΑΝ ΑΠΛΩΣ ΔΑΝΕΙΚΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ κι έτσι ΜΟΛΙΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟΥ ΕΔΩ αυτοί ΓΡΗΓΟΡΑ ΜΠΟΡΕΣΑΝ ΝΑ ΤΟΝ ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥΣ.


Έτσι επειδή τίποτα δεν απομένει απ’ αυτόν, εκτός από την ύλη η οποία δεν είναι αθάνατη, αφήστε μας να εκπληρώσουμε στο σώμα και στ’ όνομά του τις οφειλόμενες τιμές, αφού θυμηθούμε την πόλη στην οποία βρισκόμαστε, τους ανθρώπους ανάμεσα στους οποίους βρισκόμαστε και τις αξίες του βασιλιά και ηγέτη τον οποίο στερηθήκαμε.


Απόδοση κειμένου: ΕΥΓΕΝΙΑ ΚΟΥΚΟΥΡΑ

Ο ΑΡΡΙΑΝΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ



Αρριανού, «Αλεξάνδρου Ανάβασις»,

Τα μεγάλα έργα γίνονται απ’ αυτούς που κοπιάζουν και διακινδυνεύουν και είναι ευχάριστο να ζεις γενναίος και να πεθάνεις αφήνοντας πίσω σου ΑΘΑΝΑΤΗ ΔΟΞΑ!


Ο Διοδώρος Σικελιώτης, γράφει για τον Αλέξανδρο

17η βίβλος

Αυτός ο βασιλιάς κατόρθωσε με την σύνεση και την ανδρεία του να ξεπεράσει με το μέγεθος των έργων του όλους τους βασιλιάδες που παραδίδονται από την μνήμη, από την απαρχή των αιώνων.

Το λεξικό της Σούδας γράφει για τον Αλέξανδρο


Ἀλέξανδρος, ὁ Φιλίππου καὶ Ὀλυμπιάδος, βασιλεύσας Μακεδόνων ἀπὸ ἐνιαυτῶν ιη', τελευτήσας δὲ ἐτῶν λγ'. οὗτος ἦν τό τε σῶμα κάλλιστος καὶ φιλοπονώτατος καὶ ὀξύτατος, τὴν γνώμην ἀνδρειότατος καὶ φιλοτιμότατος καὶ φιλοκινδυνότατος καὶ τοῦ θείου ἐπιμελέστατος, ἡδονῶν τε τῶν μὲν τοῦ σώματος ἐγκρατέστατος, τῶν δὲ τῆς γνώμης ἐπαινουμένων ἁπλούστατος: ξυνιδεῖν δὲ τὸ δέον, ἔτι ἐν τῷ ἀφανεῖ ὄν, δεινότατος καὶ ἐκ τῶν φαινομένων τὸ εἰκὸς ξυμβαλεῖν ἐπιτυχέστατος καὶ τάξαι στρατιὰν καὶ ὁπλίσαι δαημονέστατος. καὶ πρὸς πᾶν καλὸν ἐπιτηδειότατος. πρὸς τούτοις ἦν ἐπιεικὴς καὶ θεοσεβής. ὀργισθεὶς γάρ ποτε Θηβαίοις ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τοὺς μὲν οἰκήτορας ἐξανδραποδίσασθαι, τὴν δὲ πόλιν ἐς ἔδαφος κατασκάψαι, τῆς γε πρὸς τοὺς θεοὺς εὐσεβείας οὐκ ὠλιγώρησε περὶ τὴν κατάληψιν τῆς πόλεως: ἀλλὰ πλείστην ἐποιήσατο πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ μὴ δ' ἀκούσιον ἁμάρτημα γενέσθαι περὶ τὰ ἱερὰ καὶ καθόλου τὰ τεμένη. ὅτι τὸ μεγαλήγορον τοῦ Ἀλεξάνδρου οὐχ ὑπέρογκον μᾶλλόν τι ἢ εὐθαρσὲς ἐν τοῖς κινδύνοις ἐφαίνετο. Ῥωξάνης δὲ ἠράσθη ὁ Ἀλέξανδρος τῆς Ὀξυάρτου τοῦ Βακτριανοῦ, ἣν δὴ καλλίστην τῶν Ἀσιανῶν γυναικῶν λέγουσιν ὀφθῆναι οἱ ξὺν Ἀλεξάνδρῳ στρατεύσαντες μετά γε τὴν Δαρείου γυναῖκα. καὶ ταύτην ἰδόντα Ἀλέξανδρον εἰς ἔρωτα ἐλθεῖν αὐτῆς: ἐρασθέντα δὲ οὐκ ἐθελῆσαι ὑβρίσαι καθάπερ αἰχμάλωτον, ἀλλὰ γῆμαι γὰρ οὐκ ἀπαξιῶσαι. καὶ τοῦτο ἐγὼ Ἀλεξάνδρου ἐπαινῶ μᾶλλόν τι ἢ μέμφομαι. καίτοι τῆς γε Δαρείου γυναικός, ἣ καλλίστη δὴ ἐλέγετο τῶν ἐν τῇ Ἀσίᾳ γυναικῶν, ἢ οὐκ ἦλθεν ἐς ἐπιθυμίαν ἢ καρτερὸς αὑτοῦ ἐγένετο, νέος τε ὢν καὶ τὰ μάλιστα ἐν ἀκμῇ τῆς εὐτυχίας, ὁπότε ὑβρίζουσιν ἄνθρωποι. ὁ δὲ κατῃδέσθη τε καὶ ἐφείσατο σωφροσύνῃ τε πολλῇ διαχρώμενος, καὶ δόξης ἅμα ἀγαθῆς οὐκ ἀτόπῳ ἐφέσει. καὶ τοίνυν καὶ λόγος κατέχει, ἀποδράντα ἐλθεῖν παρὰ Δαρεῖον τὸν εὐνοῦχον τὸν φύλακα αὐτῷ τῆς γυναικός. καὶ τοῦτον ὡς εἶδεν ὁ Δαρεῖος, πρῶτα μὲν πυθέσθαι, εἰ ζῶσιν αὐτῷ αἱ παῖδες καὶ οἱ υἱοὶ καὶ ἡ γυνὴ καὶ ἡ μήτηρ. ὡς δὲ ζώσας τε ἐπύθετο, καὶ βασίλισσαι ὅτι καλοῦνται, καὶ περὶ τῆς θεραπείας, καὶ ὡς σωφρονεῖ ἡ γυνὴ αὐτοῦ: ἐπὶ τούτοις ἀνατεῖναι τὸν Δαρεῖον ἐς τὸν οὐρανὸν τὰς χεῖρας καὶ εὔξασθαι ὧδε: ἀλλ' ὦ Ζεῦ βασιλεῦ, ὅτῳ ἐπιτέτραπται τὰ βασιλέων πράγματα νέμειν ἐν ἀνθρώποις, σὺ νῦν μάλιστα μὲν ἐμοὶ φύλαξον Περσῶν τε καὶ Μήδων τὴν ἀρχήν, ὥσπερ οὖν καὶ ἔδωκας: εἰ δὲ δὴ ἐγὼ οὐκ ἔτι σοι βασιλεὺς τῆς Ἀσίας, σὺ δὲ μηδενὶ ἄλλῳ ὅτι μὴ Ἀλεξάνδρῳ παραδοῦναι τὸ ἐμὸν κράτος. οὕτως οὐδὲ πρὸς τῶν πολεμίων ἄρα ἀμελεῖται ὅσα σώφρονα ἔργα. οὕτω φησὶν Ἀρριανός. Νέαρχος δέ φησιν, ὅτι χαλεποὶ αὐτῷ τῶν φίλων ἐγένοντο, ὅσοι ἐκόμιζον αὐτὸν ἀρρωστοῦντα, ὅτι αὐτὸς πρὸ τῆς στρατιᾶς κινδυνεύοι: οὐ γὰρ στρατηγοῦ ταῦτα, ἀλλὰ στρατιώτου εἶναι. καί μοι δοκεῖ ἄχθεσθαι Ἀλέξανδρος τοῖσδε τοῖς λόγοις, ὅτι ἀληθεῖς τε ὄντας ἐγίνωσκε καὶ αὑτὸν ὑπαίτιον τῇ ἐπιτιμήσει. καὶ ὅμως ὑπὸ μένους τε τοῦ ἐν ταῖς μάχαις καὶ τοῦ ἔρωτος τῆς δόξης, καθάπερ οἱ ἄλλης τινὸς ἡδονῆς ἐξηττώμενοι, οὐ καρτερὸς ἦν ἀπέχεσθαι τῶν κινδύνων. ὅτι Ἀλέξανδρος ὁ Μακεδὼν θαυμαστὸν βίον ἐβίωσε: πίστιν δὲ τοῖς εἰρημένοις ἐχέγγυον ἡ τῶν ἀγώνων παρέσχε πρᾶξις. οὐδὲ γάρ ἐστιν εὑρεῖν ἐν παντὶ τῷ τοῦ κόσμου κύκλῳ ἕνα ἄνδρα, τοσούτοις κατορθώμασι πλεονεκτοῦντα. τοῖς τε γὰρ ἀρίστοις συμφοιτήσας ἀνδράσιν, εἴς τε λόγους οὐ μείων τῶν εἰς ἄκρον ἐπαινουμένων εὑρέθη: πρός τε τὰ πολέμια διελθών, θαυμαστὰ μᾶλλον ἢ πειθοῦς ἄξια διεπράξατο. καὶ πρὸς Δαρεῖον τὸν Περσῶν βασιλέα συνάψας πόλεμον, τοῦτον κατακράτος νικᾷ. κἀκεῖνος αἰτεῖται εἰς διαλλαγὰς ἐλθεῖν, καὶ δοῦναι αὐτῷ καὶ τὴν θυγατέρα Ῥωξάνην πρὸς γάμου κοινωνίαν. ὁ αὐτὸς πάντα τὰ ἔθνη καταστρεψάμενος διεφθάρη τὸν νοῦν καὶ πρὸς τὰς τοῦ σώματος ἡδονὰς διωλίσθησε, Περσικήν τε στολὴν ἐνδυσάμενος, μυρίοις δὲ νέοις δορυφορούμενος, τ' τε παλλακαῖς χρώμενος, ὡς τὴν Μακεδονικὴν πᾶσαν τῶν βασιλέων συνήθειαν εἰς Πέρσας μεταρυθμίσαι, καὶ τῶν ἰδίων τινὰς διαβληθέντας ἀνελεῖν. ὕστερον δὲ εἰς Ἰνδίαν ἀφικόμενος ὑπὸ Κανδάκης τῆς βασιλίσσης συνελήφθη ἐν ἰδιώτου σχήματι. καὶ εἶπεν αὐτῷ, Ἀλέξανδρε βασιλεῦ, τὸν κόσμον παρέλαβες καὶ ὑπὸ γυναικὸς συνεσχέθης; καὶ εἰρήνην πρὸς αὐτὴν ἐποιήσατο καὶ τὴν χώραν αὐτῆς ἀβλαβῆ διεφύλαξεν. ὅτι ὁ αὐτὸς ἀνδράσιν ἐνέτυχεν ὑπὸ Περσῶν πάλαι ἐν Ἑλλάδι ληφθεῖσιν, ἠκρωτηριασμένοις τὰς χεῖρας, οὓς μεγάλαις δωρεαῖς ἐφιλοφρονήσατο καὶ παρεμυθήσατο. εἰς δὲ τὴν λίμνην τὴν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἀφικόμενος τὸ διάδημα ἀπέβαλεν, ὄμβρου πολλοῦ καταρραγέντος καὶ μόλις ἐπὶ τὴν γῆν διενήξατο. καὶ ὑπὸ Κασάνδρου τοῦ ἰδίου στρατηγοῦ φάρμακον δεξάμενος ἐσπαράχθη: καὶ οὕτως ἐπὶ τοσούτοις κατορθώμασι τὸν βίον μετήλλαξεν.

Ο Montesquieu γράφει για τον ΜΕΓΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ

το άγαλμα του Μ. Αλεξάνδρου στην παραλία της Θεσσαλονίκης φωτογράφισε ο Ξενοφών Αλεξανδρίδης

Ο γάλλος πολιτειολόγος Montesquieu στο έργο του:
De l' Ėsprit des lois ( Περὶ του πνεύματος των νόμων)(βιβλίο X, κεφάλαιο XIV «Αλέξανδρος»), που εκδόθηκε το 1748 αναφωνεί :

«Ποιος είναι αυτός ὁ κατακτητής, που τον έκλαψαν όλοι οι λαοί, τους οποίους είχε καθυποτάξει ; Ποιός είναι αυτός ο σφετεριστής, για το θάνατο του οποίου η οικογένεια της δυναστείας που ανατράπηκε από αυτόν,(Δαρείου) χύνει τα δάκρυά της; Είναι το χαρακτηριστικό αυτής της ζωής, περί του οποίου οι ιστορικοί δεν μας λένε , ότι οποιοσδήποτε άλλος κατακτητής μπορούσε να καυχηθεί».

Όσο για τις απερίσκεπτες πράξεις, του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο γάλλος διανοητής γράφει:

"Διέπραξε δύο κακές πράξεις,
τον εμπρησμό της Περσέπολης και την θανάτωση του Κλείτου".

Αλλά τις κατέστησε περιωνύμους με τη μετάνοιά του :

με τρόπο ώστε ο κόσμος λησμόνησε τις εγκληματικές του πράξεις, για να ενθυμείται το σεβασμό του προς την αρετή, ώστε θεωρήθηκαν μάλλον ως δυστυχήματα, παρά ως δικές του πράξεις ώστε ἡ υστεροφημία βρίσκει την ωραιότητα της ψυχής του σχεδόν παραπλεύρως των παραφορών και των αδυναμιών του∙ ώστε έπρεπε να παραπονείται, αλλά δεν ήταν ποτέ δυνατόν να τον μισήσει.